Τι προκαλεί τα παιδικά φωνητικά τικ στα παιδιά;

Τι προκαλεί τα παιδικά φωνητικά τικ στα παιδιά;

Ένα ξαφνικό καθάρισμα του λαιμού, ένα επαναλαμβανόμενο ρούφηγμα της μύτης ή ένας μικρός ήχος μπορεί να ανησυχήσει έναν γονέα, ιδιαίτερα όταν εμφανίζεται χωρίς προφανή λόγο. Το ερώτημα «τι προκαλεί τα παιδικά φωνητικά τικ;» είναι συχνό και αξίζει μια ήρεμη, επιστημονικά τεκμηριωμένη απάντηση: τα τικ δεν είναι συνήθως επιλογή ή «κακή συνήθεια» του παιδιού, ούτε σημαίνουν απαραίτητα ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα.

Τα φωνητικά τικ είναι ακούσιοι, ξαφνικοί ήχοι ή λέξεις που το παιδί επαναλαμβάνει. Μπορεί να είναι ήπια και παροδικά ή να χρειάζονται πιο προσεκτική αξιολόγηση, ανάλογα με τη διάρκεια, τη συχνότητα και την επίδρασή τους στην καθημερινότητα. Η κατανόηση του τι συμβαίνει βοηθά την οικογένεια να ανταποκριθεί με υποστήριξη αντί με πίεση.

Τι είναι τα παιδικά φωνητικά τικ;

Τα τικ είναι γρήγορες, επαναλαμβανόμενες κινήσεις ή ήχοι που εμφανίζονται ξαφνικά. Διακρίνονται σε κινητικά τικ, όπως το έντονο ανοιγοκλείσιμο των ματιών ή οι κινήσεις του κεφαλιού, και σε φωνητικά τικ. Στα φωνητικά τικ μπορεί να ανήκουν το καθάρισμα του λαιμού, ο βήχας χωρίς να υπάρχει ίωση, το ρούφηγμα, το φύσημα, μικροί ήχοι, γρυλίσματα ή η επανάληψη ήχων και λέξεων.

Πολλά παιδιά περιγράφουν πριν από το τικ μια εσωτερική αίσθηση έντασης, γαργαλήματος ή ανάγκης να κάνουν τον ήχο. Μπορούν μερικές φορές να το συγκρατήσουν για λίγο, όμως αυτό απαιτεί προσπάθεια και συχνά ακολουθεί μεγαλύτερη ανάγκη να το εκφράσουν αργότερα. Γι’ αυτό η παρατήρηση «σταμάτα το» σπάνια βοηθά και μπορεί να αυξήσει το άγχος του παιδιού.

Τα τικ συχνά παρουσιάζουν διακυμάνσεις. Μπορεί να είναι έντονα για λίγες εβδομάδες, να μειωθούν σημαντικά και αργότερα να αλλάξουν μορφή. Ένα παιδί που καθάριζε συχνά τον λαιμό του μπορεί, για παράδειγμα, να αρχίσει μετά από καιρό να κάνει έναν διαφορετικό ήχο. Αυτή η μεταβλητότητα είναι χαρακτηριστική.

Τι προκαλεί τα παιδικά φωνητικά τικ;

Δεν υπάρχει μία μόνο αιτία. Η σύγχρονη γνώση δείχνει ότι τα τικ σχετίζονται με τον τρόπο που λειτουργούν συγκεκριμένα νευρωνικά κυκλώματα του εγκεφάλου, τα οποία συμμετέχουν στον έλεγχο της κίνησης, της παρόρμησης και της προσοχής. Υπάρχει συχνά και οικογενειακή προδιάθεση, επομένως η παρουσία τικ ή άλλων νευροαναπτυξιακών δυσκολιών σε συγγενείς μπορεί να αυξάνει την πιθανότητα, χωρίς όμως να καθορίζει την πορεία ενός παιδιού.

Το στρες, η κούραση, ο ενθουσιασμός, η υπερδιέγερση και οι αλλαγές στη ρουτίνα δεν θεωρούνται η βασική αιτία των τικ. Μπορούν, όμως, να τα κάνουν πιο συχνά ή πιο εμφανή. Ένα παιδί μπορεί να παρουσιάζει περισσότερα τικ μετά από μια απαιτητική σχολική ημέρα, σε περιόδους εξετάσεων, όταν δεν κοιμάται αρκετά ή όταν νιώθει ότι το παρατηρούν. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και σε ευχάριστες, έντονες στιγμές, όπως ένα παιχνίδι ή μια γιορτή.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι γονείς «προκάλεσαν» τα τικ επειδή το σπίτι έχει ένταση ή επειδή το παιδί αγχώθηκε. Σημαίνει ότι η συναισθηματική ασφάλεια, ο ύπνος και η προβλεψιμότητα της καθημερινότητας είναι παράγοντες που μπορούν να υποστηρίξουν τη διαχείρισή τους.

Σε ορισμένα παιδιά, τα τικ συνυπάρχουν με ΔΕΠΥ, αγχώδεις δυσκολίες, ιδεοψυχαναγκαστικά συμπτώματα ή μαθησιακές προκλήσεις. Η συνύπαρξη δεν σημαίνει ότι το παιδί θα έχει οπωσδήποτε όλες αυτές τις δυσκολίες. Δείχνει, όμως, γιατί η αξιολόγηση χρειάζεται να βλέπει το παιδί συνολικά και όχι να εστιάζει μόνο στον ήχο που ακούγεται.

Πότε πρόκειται για παροδικό φαινόμενο και πότε χρειάζεται διερεύνηση;

Τα τικ είναι συχνά στην παιδική ηλικία και σε αρκετές περιπτώσεις είναι παροδικά. Ενδέχεται να διαρκέσουν από λίγες εβδομάδες έως μερικούς μήνες και να υποχωρήσουν χωρίς ειδική παρέμβαση. Όταν τα κινητικά ή φωνητικά τικ διαρκούν πάνω από έναν χρόνο, ένας ειδικός μπορεί να διερευνήσει αν πρόκειται για επίμονη διαταραχή τικ ή, όταν συνυπάρχουν και τα δύο είδη τικ για περισσότερο από έναν χρόνο, για σύνδρομο Tourette.

Η διάγνωση δεν βασίζεται σε ένα μόνο σύμπτωμα και δεν πρέπει να γίνεται από το διαδίκτυο ή από παρατηρήσεις τρίτων. Χρειάζεται λεπτομερές ιστορικό: πότε ξεκίνησαν τα τικ, πώς εξελίχθηκαν, αν υπάρχουν περίοδοι ύφεσης, τι συμβαίνει στο σχολείο, πώς κοιμάται το παιδί και αν το ίδιο νιώθει δυσφορία ή ντροπή.

Εξίσου σημαντικό είναι να επιβεβαιωθεί ότι ο ήχος είναι πράγματι τικ. Το συχνό καθάρισμα του λαιμού μπορεί να σχετίζεται με αλλεργίες, ερεθισμό του αναπνευστικού, παλινδρόμηση ή μια συνήθεια μετά από ίωση. Η κλινική αξιολόγηση βοηθά να αποκλειστούν άλλες αιτίες και να αποφευχθούν βιαστικά συμπεράσματα.

Σημάδια ότι χρειάζεται αξιολόγηση

Μιλήστε με τον παιδίατρο ή έναν κατάλληλο ειδικό όταν τα τικ επιμένουν, αυξάνονται σημαντικά ή προκαλούν πόνο, κόπωση και δυσκολία στη φωνή. Αξιολόγηση είναι επίσης χρήσιμη όταν το παιδί δέχεται πειράγματα, αποφεύγει κοινωνικές καταστάσεις, δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί ή νιώθει έντονη αγωνία για τα τικ του.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν η έναρξη είναι πολύ απότομη και συνοδεύεται από άλλα έντονα νευρολογικά, συναισθηματικά ή σωματικά συμπτώματα. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο παιδίατρος θα καθοδηγήσει την κατάλληλη ιατρική διερεύνηση. Δεν είναι χρήσιμο να αποδίδεται κάθε ξαφνική αλλαγή σε τικ χωρίς κλινική εκτίμηση.

Η συμπαραπομπή σε παιδονευρολόγο, αναπτυξιακό παιδίατρο, παιδοψυχολόγο ή παιδοψυχίατρο εξαρτάται από την εικόνα του παιδιού. Όταν υπάρχουν δυσκολίες επικοινωνίας, φωνητική καταπόνηση, αισθητηριακές ανάγκες ή ζητήματα σχολικής λειτουργικότητας, μια διεπιστημονική προσέγγιση μπορεί να δώσει πληρέστερη εικόνα και πιο πρακτικές κατευθύνσεις.

Πώς μπορούν οι γονείς να βοηθήσουν στην καθημερινότητα;

Η πιο βοηθητική πρώτη στάση είναι η ουδετερότητα. Προσπαθήστε να μην σχολιάζετε κάθε τικ, να μην ζητάτε από το παιδί να το σταματήσει και να μην το επιπλήττετε. Η συνεχής προσοχή στο σύμπτωμα μπορεί άθελά της να αυξήσει την αυτοσυνειδησία και την ένταση.

Αντί γι’ αυτό, μπορείτε να πείτε απλά: «Βλέπω ότι ο λαιμός σου κάνει αυτόν τον ήχο συχνά. Δεν φταις εσύ και, αν σε ενοχλεί, μπορούμε να το συζητήσουμε με έναν ειδικό». Η φράση αυτή μεταφέρει αποδοχή και δίνει στο παιδί χώρο να εκφράσει αν νιώθει άβολα, κουρασμένο ή αν το σχολείο το δυσκολεύει.

Μια σταθερή ρουτίνα ύπνου, επαρκής ξεκούραση και ήρεμες μεταβάσεις μέσα στην ημέρα μπορεί να περιορίσουν παράγοντες που επιδεινώνουν τα τικ. Χρήσιμη είναι και μια σύντομη καταγραφή για λίγες εβδομάδες: πότε εμφανίζονται, πόσο διαρκούν, τι είχε προηγηθεί και αν το παιδί δείχνει να ενοχλείται. Η καταγραφή δεν γίνεται για να παρακολουθείτε εμμονικά το τικ, αλλά για να προσφέρετε σαφείς πληροφορίες κατά την αξιολόγηση.

Η συνεργασία με το σχολείο χρειάζεται διακριτικότητα. Ο εκπαιδευτικός δεν είναι απαραίτητο να επισημαίνει το τικ στην τάξη. Συνήθως βοηθά περισσότερο να γνωρίζει ότι πρόκειται για ακούσια συμπεριφορά, να αποφεύγει τις παρατηρήσεις και να παρεμβαίνει άμεσα αν υπάρξουν κοροϊδίες ή αποκλεισμός.

Υπάρχει θεραπεία για τα φωνητικά τικ;

Δεν χρειάζονται όλα τα τικ θεραπεία. Όταν είναι ήπια και δεν επηρεάζουν το παιδί, η ενημέρωση, η παρακολούθηση και ένα υποστηρικτικό περιβάλλον μπορεί να είναι η κατάλληλη προσέγγιση. Όταν όμως δημιουργούν δυσφορία ή επηρεάζουν τη λειτουργικότητα, υπάρχουν εξειδικευμένες παρεμβάσεις.

Οι συμπεριφορικές προσεγγίσεις για τα τικ, όπως η εκπαίδευση αντιστροφής συνήθειας και ευρύτερα πρωτόκολλα παρέμβασης στη συμπεριφορά, στοχεύουν στο να βοηθήσουν το παιδί να αναγνωρίζει την προειδοποιητική αίσθηση και να χρησιμοποιεί ασφαλείς εναλλακτικές στρατηγικές. Η παρέμβαση χρειάζεται να είναι προσαρμοσμένη στην ηλικία, στο αναπτυξιακό προφίλ και στις δυσκολίες που συνυπάρχουν.

Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί ιατρική θεραπεία, την οποία αποφασίζει αποκλειστικά ο κατάλληλος ιατρός μετά από αξιολόγηση. Η λογοθεραπευτική υποστήριξη μπορεί να συμβάλει όταν υπάρχει φωνητική κόπωση, δυσκολία στη χρήση της φωνής ή ανάγκη για πρακτικές στρατηγικές επικοινωνίας, πάντοτε ως μέρος ενός εξατομικευμένου πλάνου και όχι ως γενική λύση για κάθε τικ.

Στο Talk the Talk Cyprus, η διεπιστημονική ματιά βοηθά να εξετάζονται οι ανάγκες του παιδιού σε σχέση με την επικοινωνία, τη συναισθηματική του κατάσταση, τη σχολική συμμετοχή και την καθημερινή λειτουργικότητα. Ο στόχος δεν είναι να «διορθωθεί» το παιδί, αλλά να μειωθεί η δυσκολία και να ενισχυθεί η ασφάλεια και η αυτοπεποίθησή του.

Ένα παιδί με φωνητικά τικ χρειάζεται πάνω απ’ όλα να ακούσει ότι δεν κάνει κάτι λάθος. Με έγκαιρη, ψύχραιμη αξιολόγηση όπου χρειάζεται και με ένα περιβάλλον που δεν το κάνει να ντρέπεται, η οικογένεια μπορεί να προχωρήσει με περισσότερη γνώση και λιγότερο φόβο.