Πότε μιλάει το παιδί και πότε ανησυχούμε
-
talkthetalk
Μερικές από τις πιο συχνές ερωτήσεις που ακούμε από γονείς ξεκινούν κάπως έτσι: «Το δικό μου παιδί ακόμα δεν μιλάει όσο οι συνομήλικοί του. Είναι νωρίς ή πρέπει να το δω;». Όταν η αγωνία συμπυκνώνεται στη φράση πότε μιλάει το παιδί, η απάντηση δεν είναι μία λέξη ούτε ένα αυστηρό ηλικιακό όριο. Η ανάπτυξη του λόγου έχει στάδια, έχει εύρος, αλλά έχει και σημάδια που αξίζουν προσοχή.
Η αλήθεια είναι ότι κάθε παιδί αναπτύσσεται με τον δικό του ρυθμό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι περιμένουμε παθητικά. Η έγκαιρη παρατήρηση κάνει διαφορά, γιατί μας βοηθά να ξεχωρίσουμε τι είναι μέσα στα αναμενόμενα αναπτυξιακά όρια και τι χρειάζεται αξιολόγηση από ειδικό.
Πότε μιλάει το παιδί στα πρώτα χρόνια
Η ομιλία δεν ξεκινά ξαφνικά με τις πρώτες λέξεις. Χτίζεται σταδιακά, μέσα από την ακρόαση, την αλληλεπίδραση, το παιχνίδι, τις βλεμματικές επαφές και τη δυνατότητα του παιδιού να κατανοεί τι ακούει. Γι’ αυτό, πριν ακόμη μιλήσει, το παιδί ήδη επικοινωνεί.
Στους πρώτους μήνες ζωής, αναμένουμε ήχους, χαμόγελο ως απάντηση, βλεμματική επαφή και ενδιαφέρον για τη φωνή των φροντιστών του. Γύρω στους 6 μήνες συνήθως αρχίζει το βάβισμα, όπως «μπα-μπα» ή «ντα-ντα», χωρίς να σημαίνει απαραίτητα ότι χρησιμοποιεί αυτές τις συλλαβές με νόημα. Από τους 9 έως τους 12 μήνες πολλά παιδιά δείχνουν με το δάχτυλο, γυρίζουν όταν ακούν το όνομά τους και καταλαβαίνουν απλές καθημερινές λέξεις.
Οι πρώτες λέξεις εμφανίζονται συχνά γύρω στους 12 μήνες, με κάποια παιδιά λίγο νωρίτερα και άλλα λίγο αργότερα. Μέχρι τους 18 μήνες, συνήθως περιμένουμε να υπάρχουν μερικές λειτουργικές λέξεις και πρόθεση για επικοινωνία. Γύρω στα 2 έτη, πολλά παιδιά αρχίζουν να συνδυάζουν δύο λέξεις, όπως «μαμά νερό» ή «θέλω μπάλα». Στα 3 έτη, η ομιλία γίνεται πιο κατανοητή και το παιδί μπορεί να χρησιμοποιεί μικρές προτάσεις.
Αυτές οι ηλικίες είναι ενδεικτικές, όχι απόλυτες. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο πόσες λέξεις λέει το παιδί, αλλά πώς επικοινωνεί συνολικά.
Ο λόγος δεν είναι μόνο οι λέξεις
Ένα παιδί μπορεί να αργεί να μιλήσει, αλλά να έχει καλή κατανόηση, να δείχνει, να μιμείται, να παίζει συμβολικά και να αναζητά αλληλεπίδραση. Σε αυτή την περίπτωση, η εικόνα είναι διαφορετική από ένα παιδί που δεν χρησιμοποιεί λέξεις και παράλληλα δεν ανταποκρίνεται στο όνομά του, δεν δείχνει αντικείμενα ή δεν κατανοεί απλές οδηγίες.
Γι’ αυτό στην αξιολόγηση δεν εξετάζουμε μόνο την παραγωγή λόγου. Μας ενδιαφέρουν και η κατανόηση, το παιχνίδι, η κοινωνική επικοινωνία, η ακοή, η στοματική λειτουργία, ακόμη και το αισθητηριακό προφίλ του παιδιού. Η ανάπτυξη είναι πολυπαραγοντική και συχνά χρειάζεται να δούμε τη συνολική εικόνα.
Πότε μιλάει το παιδί και πότε χρειάζεται έλεγχο
Υπάρχουν ορισμένα σημάδια που δεν χρειάζεται να προκαλούν πανικό, αλλά χρειάζεται να κινητοποιούν. Αν ένα παιδί στους 12 μήνες δεν ανταποκρίνεται στο όνομά του, δεν δείχνει ενδιαφέρον για επικοινωνία ή δεν χρησιμοποιεί καθόλου ήχους και χειρονομίες, καλό είναι να συζητηθεί με ειδικό. Αν στους 18 μήνες δεν έχει λέξεις ή έχει πολύ περιορισμένη προσπάθεια επικοινωνίας, πάλι αξίζει διερεύνηση.
Στα 2 έτη, συνήθως μας προβληματίζει όταν το παιδί έχει πολύ μικρό λεξιλόγιο, δεν συνδυάζει λέξεις, δυσκολεύεται να κατανοήσει απλές οδηγίες ή φαίνεται να αποσύρεται από την επικοινωνία. Στα 3 έτη, εστιάζουμε περισσότερο στην καταληπτότητα της ομιλίας, στη δομή του λόγου και στην ικανότητα να εκφράζει ανάγκες, εμπειρίες και συναισθήματα.
Χρειάζεται επίσης έλεγχος όταν υπάρχει παλινδρόμηση, δηλαδή όταν το παιδί είχε κατακτήσει δεξιότητες και τις χάνει. Το ίδιο ισχύει όταν συνυπάρχουν δυσκολίες στη σίτιση, στην αισθητηριακή ρύθμιση, στη συμπεριφορά ή στο παιχνίδι, γιατί πολλές φορές οι τομείς αυτοί συνδέονται.
Γιατί κάποια παιδιά αργούν να μιλήσουν
Δεν υπάρχει ένας μόνο λόγος. Μερικά παιδιά είναι απλώς πιο αργά στην εκκίνηση του εκφραστικού λόγου και στη συνέχεια καλύπτουν το αναπτυξιακό κενό. Άλλα όμως εμφανίζουν δυσκολίες που χρειάζονται υποστήριξη.
Πιθανοί παράγοντες είναι η μειωμένη έκθεση σε ποιοτική αλληλεπίδραση, οι δυσκολίες ακοής, οι αναπτυξιακές γλωσσικές δυσκολίες, οι διαταραχές κοινωνικής επικοινωνίας, οι δυσκολίες στοματικοκινητικού συντονισμού ή ένα ευρύτερο αναπτυξιακό προφίλ που επηρεάζει και τον λόγο. Μερικές φορές το παιδί καταλαβαίνει αρκετά, αλλά δεν μπορεί εύκολα να οργανώσει και να παράγει λέξεις. Άλλες φορές η δυσκολία ξεκινά ήδη από την κατανόηση.
Αυτός είναι και ο λόγος που δεν βοηθά η σύγκριση με άλλα παιδιά ή με φράσεις όπως «κι ο ξάδερφός του άργησε και μετά μιλούσε ασταμάτητα». Μπορεί να συμβεί. Μπορεί και όχι. Η ίδια εξωτερική εικόνα μπορεί να κρύβει πολύ διαφορετικές ανάγκες.
Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς στο σπίτι
Η υποστήριξη της γλωσσικής ανάπτυξης δεν απαιτεί περίπλοκες τεχνικές. Χρειάζεται σταθερή, ζεστή και ποιοτική επικοινωνία μέσα στην καθημερινότητα. Όταν μιλάτε στο παιδί, χρησιμοποιήστε απλή και καθαρή γλώσσα, περιγράψτε αυτό που κάνει, δώστε χρόνο να απαντήσει και ακολουθήστε το ενδιαφέρον του στο παιχνίδι.
Το διάβασμα βιβλίων βοηθά πολύ, αρκεί να μην γίνεται σαν εξέταση. Δεν χρειάζεται να ζητάτε συνεχώς «πες αυτό» ή «τι είναι αυτό;». Πιο χρήσιμο είναι να σχολιάζετε εικόνες, να περιμένετε την αντίδρασή του, να επαναλαμβάνετε σωστά τις λέξεις και να δίνετε μοντέλα λόγου λίγο πιο προχωρημένα από αυτά που ήδη χρησιμοποιεί.
Εξίσου σημαντικό είναι να περιορίζεται η παθητική έκθεση σε οθόνες, ειδικά στα πολύ μικρά παιδιά. Η γλώσσα μαθαίνεται μέσα από αλληλεπίδραση με ανθρώπους, όχι μόνο από ακρόαση ή παρακολούθηση περιεχομένου. Το παιδί χρειάζεται πρόσωπο, βλεμματική επαφή, εναλλαγή σειράς και πραγματική ανταπόκριση.
Αν το παιδί χρησιμοποιεί χειρονομίες ή ήχους για να ζητήσει κάτι, ανταποκριθείτε θετικά και ταυτόχρονα δώστε το λεκτικό μοντέλο. Αν δείξει νερό, μπορείτε να πείτε «θέλεις νερό» ή «νερό, ναι». Έτσι ενισχύετε την επικοινωνία χωρίς πίεση.
Τι δεν βοηθά όταν υπάρχει ανησυχία
Δεν βοηθά να περιμένουμε για μήνες με την ελπίδα ότι «θα μιλήσει όταν θέλει», όταν υπάρχουν σαφή σημάδια καθυστέρησης. Δεν βοηθά επίσης να πιέζουμε το παιδί να επαναλάβει λέξεις συνεχώς ή να το διορθώνουμε με τρόπο που το αποθαρρύνει.
Ούτε η υπερβολική κάλυψη των αναγκών του πριν προλάβει να επικοινωνήσει είναι πάντα χρήσιμη. Όταν ο ενήλικας προβλέπει τα πάντα αμέσως, το παιδί έχει λιγότερα κίνητρα να δοκιμάσει να εκφραστεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι το αφήνουμε να απογοητεύεται, αλλά ότι δημιουργούμε μικρές ευκαιρίες επικοινωνίας μέσα στην καθημερινότητα.
Πότε χρειάζεται αξιολόγηση από λογοθεραπευτή
Αν κάτι σας προβληματίζει, η αξιολόγηση είναι το πιο ασφαλές επόμενο βήμα. Δεν δεσμεύει απαραίτητα για θεραπεία, αλλά δίνει σαφή εικόνα. Μέσα από μια ολοκληρωμένη εκτίμηση εξετάζουμε το αναπτυξιακό ιστορικό, την κατανόηση, την έκφραση, το παιχνίδι, την κοινωνική αλληλεπίδραση και, όταν χρειάζεται, προτείνουμε συνεργασία και με άλλες ειδικότητες.
Αυτή η διεπιστημονική ματιά έχει ιδιαίτερη αξία όταν ο λόγος συνδέεται με δυσκολίες σίτισης, αισθητηριακής επεξεργασίας, συμπεριφοράς ή μάθησης. Σε ένα σύγχρονο πλαίσιο υποστήριξης, όπως αυτό που ακολουθεί το Talk the Talk Cyprus, το παιδί δεν αντιμετωπίζεται αποσπασματικά αλλά ως σύνολο, με στόχο τη λειτουργική βελτίωση στην καθημερινή ζωή.
Η έγκαιρη παρέμβαση δεν σημαίνει ότι «βάζουμε ταμπέλα» στο παιδί. Σημαίνει ότι του δίνουμε τις κατάλληλες συνθήκες για να αναπτύξει τις δεξιότητές του την κατάλληλη στιγμή. Σε πολλές περιπτώσεις, ακόμη και λίγη στοχευμένη καθοδήγηση προς τους γονείς μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά την πορεία της επικοινωνίας.
Αν το παιδί καταλαβαίνει αλλά δεν μιλάει πολύ
Αυτό είναι ένα συχνό σενάριο και πράγματι έχει σημασία ότι η κατανόηση είναι καλύτερη από την έκφραση. Είναι συνήθως πιο ενθαρρυντικό από μια εικόνα όπου δυσκολεύονται και οι δύο τομείς. Παρ’ όλα αυτά, δεν σημαίνει ότι αγνοούμε το θέμα.
Όταν το παιδί καταλαβαίνει αρκετά αλλά δεν εκφράζεται λεκτικά, εξετάζουμε αν χρησιμοποιεί χειρονομίες, αν προσπαθεί να μιμηθεί, αν βάζει ήχους στο παιχνίδι, αν απογοητεύεται επειδή δεν γίνεται κατανοητό και αν υπάρχει πρόοδος από μήνα σε μήνα. Η πορεία μάς λέει συχνά περισσότερα από μία μόνο χρονική στιγμή.
Η ερώτηση «πότε θα μιλήσει;» είναι απολύτως ανθρώπινη. Η πιο χρήσιμη όμως ερώτηση είναι «πώς επικοινωνεί τώρα και τι χρειάζεται για να προχωρήσει;». Όταν βλέπουμε το παιδί μέσα από αυτή την οπτική, αφήνουμε στην άκρη τις γενικές συγκρίσεις και κάνουμε χώρο για ουσιαστική, έγκαιρη και εξατομικευμένη στήριξη. Και αυτό είναι συχνά το πιο σημαντικό δώρο που μπορούμε να του προσφέρουμε.







